Σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής (πρωτοπαθές – δευτεροπαθές)
(Subacromial impingement)

Η εικόνα δείχνει έναν δεξιό ώμο κοιτώντας τον από μπροστά. Πάνω από την κεφαλή βρίσκεται ένα οστό σαν αψίδα το οποίο ονομάζεται ακρώμιο. Ο στενός χώρος μεταξύ της κεφαλής και του ακρωμίου λέγεται υπακρωμιακός χώρος και περιέχει τένοντες και έναν λιπαντικό σχηματισμό τον ορογόνο θύλακο ή αλλιώς bursa.

image

Η στένωση αυτού του χώρου από αίτια:

  • μηχανικά (π.χ. μια οστική προσεκβολή) – συνήθως ασθενείς άνω των 40 ετών ή
  • λειτουργικά (αστάθεια της άρθρωσης, μη φυσιολογική κίνηση της ωμοπλάτης) – συνήθως ασθενείς κάτω των 40 ετών

είναι δυνατόν να προκαλέσει το σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής ή αλλιώς σύνδρομο πρόσκρουσης το οποίο χωρίζεται σε πρωτοπαθές ή δευτεροπαθές, αναλόγως αν το αίτιο είναι μηχανικό ή λειτουργικό.

Κατά το σύνδρομο αυτό ο χώρος μεταξύ του οστού (ακρώμιο) και των τενόντων περιορίζεται και το αποτέλεσμα είναι ο ερεθισμός των τενόντων που επιδεινώνεται με συγκεκριμένες κινήσεις. Όταν συμβεί αυτό παρατηρείται πάχυνση του ορογόνου θυλάκου (bursa), υπάρχει έντονη φλεγμονή, συνοδεύεται από τενοντοπάθεια (τενοντίτιδα), και ενίοτε μερική ή πλήρη ρήξη σε έναν ή περισσότερους τένοντες (κυρίως στον υπερακάνθιο και δευτερευόντως στον υπακάνθιο).
Το σύνδρομο πρόσκρουσης είναι μία κατάσταση εξαιρετικά ενοχλητική για τον ασθενή, περιορίζει αισθητά την λειτουργικότητα λόγω πόνου, ενώ συχνός είναι και ο νυχτερινός πόνος λόγω προσβολής των τενόντων. Ενίοτε, επειδή ο ασθενής αποφεύγει τις κινήσεις που προκαλούν πόνο καταλήγει σε δυσκαμψία της άρθρωσης, μείωση δηλαδή του εύρους κίνησης του ώμου, (δευτεροπαθής παγωμένος ώμος) δυσκολεύοντας και περιορίζοντας ακόμα περισσότερο τις καθημερινές του δραστηριότητες.
Η διάγνωση του συνδρόμου είναι κυρίως κλινική, στηρίζεται στη λήψη ενός καλού ιστορικού και στην κλινική εξέταση ενώ απεικονιστικές εξετάσεις όπως απλή ακτινογραφία, υπέρηχος ή μαγνητική τομογραφία θα επιβεβαιώσουν και θα συγκεκριμενοποιήσουν.
Η θεραπεία σχεδιάζεται βάσει του αιτίου πρόκλησης του συνδρόμου πρόσκρουσης. Η θεραπευτική προσέγγιση του πρωτοπαθούς από το δευτεροπαθές σύνδρομο πρόσκρουσης είναι τελείως διαφορετική.
Ξεκινά με την συντηρητική αντιμετώπιση δηλαδή, φυσιοθεραπεία και εκπαίδευση του ασθενούς για τροποποίηση της δραστηριότητας του και κατ´οίκον άσκηση, και αν χρειαστεί εφαρμογή υπακρωμιακών ενέσεων με φαρμακευτικούς ή αυτόλογους βιολογικούς παράγοντες όπως το PRP.
Αν σε καθορισμένο χρονικό διάστημα αποτύχουν τα συντηρητικά μέτρα, την λύση στο πρωτοπαθές σύνδρομο πρόσκρουσης προσφέρει η αρθροσκόπηση (αρθροσκοπική υπακρωμιακή αποσυμπίεση). Σκοπός της επέμβασης είναι να αυξήσει τον υπακρωμιακό χώρο αφαιρώντας τον φλεγμαίνοντα ορογόνο θύλακο (inflamed bursa) καθώς και ενός μικρού τμήματος του ακρωμίου. Πρόκειται για μία επέμβαση ρουτίνας, το ποσοστό επιπλοκών είναι ιδιαίτερα χαμηλό όπως εξάλλου σε όλες τις αρθροσκοπικές επεμβάσεις, δεν χρειάζεται διανυκτέρευση τους ασθενούς στο νοσοκομείο και η αποκατάσταση είναι γρήγορη χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς.
Η χειρουργική αντιμετώπιση του δευτεροπαθούς συνδρόμου πρόσκρουσης, αν χρειαστεί, εστιάζει στον περιορισμό της αστάθειας της άρθρωσης και όχι στην αποσυμπίεση της περιοχής η οποία αν γίνει απλά θα επιδεινώσει τα συμπτώματα.

Σύνδρομο εσωτερικής πρόσκρουσης
(Internal impingement)

Αποτελεί μία αλλη μορφή συνδρόμου πρόσκρουσης η οποία συνήθως εμφανίζεται σε νέους και σχετίζεται με αθλητικές δραστηριότητες όπως η κολύμβηση ή τα αθλήματα που περιλαμβάνουν ρίψεις.

Η αιτιολογία εδω ειναι διαφορετική απο το κλασικό σύνδρομο πρόσκρουσης. Οι τένοντες πάλι μπορει να προσβληθούν από την πρόσκρουση αλλα αυτη τη φορά όχι απο την άνω τους επιφάνεια στον υπακρωμιακό χώρο, αλλά απο την κάτω τους επιφάνεια (ενδαρθρική) για αυτό και ονομάζεται σύνδρομο εσωτερικής πρόσκρουσης (internal impingement). Η πρόσκρουση γίνεται εντός της άρθρωσης του ώμου, εσωτερικά, και όχι υπακρωμιακά.

image

Η διάγνωση είναι κυρίως κλινική, επιβεβαιώνεται δε απο το μαγνητικό αρθρογράφημα ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που αποτελεί εύρημα κατά τη διάρκεια μιας διαγνωστικής αρθροσκόπησης ενός νέου ανθρώπου με χρόνιο πόνο στον ώμο χωρίς άλλα παθολογικά ευρήματα.
Η θεραπεία τις περισσότερες φορές ειναι συντηρητική, δηλαδή ειδικό πρόγραμμα φυσιοθεραπείας και διατάσεων, τροποποίηση της αθλητικής δραστηριότητας και εκπαίδευση του ασθενούς. Αν αποτύχει η συντηρητική θεραπεία, έχει θέση η αρθροσκοπική παρέμβαση για την αποκατάσταση των βλαβών του συνδρόμου και πιθανώς χαλάρωση του οπισθίου θυλάκου.

Σύνδρομο υποκορακοειδούς πρόσκρουσης
(Subcoracoid impingement)

Αποτελεί μια άλλη μορφή συνδρόμου πρόσκρουσης που προσβάλει τους τένοντες που βρίσκονται στην πρόσθια επιφάνεια του ώμου (υποπλάτιος και τένοντας της μακράς κεφαλής του δικεφάλου) οι οποίοι προσκρούουν στην κορακοειδή απόφυση του ώμου προκαλώντας έντονο πόνο και περαιτέρω βλάβες.

image
Τα αιτία και εδώ μπορεί να είναι μηχανικά (στένωση του αντίστοιχου χώρου) ή λειτουργικά (αστάθεια, μη φυσιολογική κίνηση του ώμου).
Το σύνδρομο αυτό χρήζει προσεκτικής κλινικής και απεικονιστικής συνεκτίμησης για να τεθεί η σωστή διάγνωση αφού δεν έχει περιγραφεί ακόμα επαρκώς επιστημονικά και συχνά αποτελεί αντικείμενο διενέξεων και αμφισβητήσεων μεταξύ των χειρουργών ώμου.
Θα πρέπει να αναγνωριστεί το αίτιο της μηχανικής ή λειτουργικής στένωσης προκειμένου να γίνει σωστός σχεδιασμός της θεραπείας. Αν διαγνωσθεί χρήζει αρθροσκοπικής παρέμβασης για αποσυμπίεση της περιοχής αφού τις περισσότερες περιπτώσεις είναι ανθεκτικό στη συντηρητική αντιμετώπιση.